morir
mo
mo
mo
rir
ˈɾiɾ
rir
venirfreírrugirtapir

Ορισμός και σημασία του "morir"στα ισπανικά

01

πεθαίνω

dejar de vivir; cesar de existir 
morir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
muero
γ΄ ενικό πρόσωπο
muere
ενεστώτα μετοχή
muriendo
απλός αόριστος
morí
παθητική μετοχή
muerto
Παραδείγματα
Mi abuelo murió el año pasado. 

Ο παππούς μου πέθανε πέρυσι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store