Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
morir
[past form: morí][present form: muero]
01
πεθαίνω
dejar de vivir; cesar de existir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
muero
γ΄ ενικό πρόσωπο
muere
ενεστώτα μετοχή
muriendo
απλός αόριστος
morí
παθητική μετοχή
muerto
Παραδείγματα
Murió de viejo rodeado de su familia.
Πέθανε από γηρατειά περιτριγυρισμένος από την οικογένειά του.



























