Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La financiación
01
χρηματοδότηση, ταμείο
acción o proceso de conseguir dinero para un proyecto o actividad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La financiación del proyecto fue difícil de conseguir.
Η χρηματοδότηση του έργου ήταν δύσκολο να αποκτηθεί.



























