Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abundar
[past form: abundé][present form: abundo]
01
αφθονώ, υπάρχω σε αφθονία
haber mucho de algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
abundo
γ΄ ενικό πρόσωπο
abunda
ενεστώτα μετοχή
abundando
απλός αόριστος
abundé
παθητική μετοχή
abundado
Παραδείγματα
Abundan las soluciones creativas para este problema.
Αφθονουν οι δημιουργικές λύσεις για αυτό το πρόβλημα.



























