Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La condición
01
προϋπόθεση
circunstancia o requisito que debe cumplirse para que algo sea posible
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
condiciones
Παραδείγματα
Aceptaron el contrato bajo ciertas condiciones.
Αποδέχτηκαν το συμβόλαιο υπό ορισμένες προϋποθέσεις.



























