optativo
op
op
op
ta
ta
ta
ti
ˈti
ti
vo
βo
bo
operativo

Ορισμός και σημασία του "optativo"στα ισπανικά

01

προαιρετικός, μη υποχρεωτικός

que se puede elegir libremente, no es obligatorio 
optativo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
optativo
αρσενικό πληθυντικό
optativos
θηλυκό ενικό
optativa
θηλυκό πληθυντικό
optativas
Παραδείγματα
Esta asignatura es optativa. 

Αυτό το μάθημα είναι προαιρετικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store