optativo
Pronunciation
/ˌɔpːtatˈiβo/

Ορισμός και σημασία του "optativo"στα ισπανικά

01

προαιρετικός, μη υποχρεωτικός

que se puede elegir libremente, no es obligatorio
optativo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
optativo
αρσενικό πληθυντικό
optativos
θηλυκό ενικό
optativa
θηλυκό πληθυντικό
optativas
Παραδείγματα
El segundo idioma en este grado es optativo.
Η δεύτερη γλώσσα σε αυτό το βαθμό είναι προαιρετική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store