Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
susceptible
01
ευαίσθητος
que se afecta fácilmente por emociones, críticas o situaciones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más susceptible
συγκριτικός βαθμός
más susceptible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
susceptible
αρσενικό πληθυντικό
susceptibles
θηλυκό ενικό
susceptible
θηλυκό πληθυντικό
susceptibles
Παραδείγματα
Él es susceptible a las enfermedades.
Είναι ευάλωτος στις ασθένειες.
Λεξικό Δέντρο
susceptible
suscept



























