Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
divorciar
[past form: me divorcié][present form: me divorcio]
01
χωρίζω
terminar legalmente un matrimonio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
divorcio
γ΄ ενικό πρόσωπο
divorcia
ενεστώτα μετοχή
divorciando
απλός αόριστος
me divorcié
παθητική μετοχή
divorciado
Παραδείγματα
No fue fácil para ellos divorciarse.
Δεν ήταν εύκολο για αυτούς να χωρίσουν.



























