Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El descanso
01
ξεκούραση, ανάπαυση
periodo para dejar de trabajar o hacer esfuerzo y recuperar energía
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
descansos
Παραδείγματα
Necesito un descanso después de tanto trabajo.
Χρειάζομαι ξεκούραση μετά από τόση δουλειά.
02
διάλειμμα, παύση
la pausa en medio de un partido
Παραδείγματα
Los jugadores se fueron al vestuario en el descanso.
Οι παίκτες πήγαν στα αποδυτήρια στο διάλειμμα.



























