Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aburrir
01
βαριέμαι, πλήττομαι από την αδιαφορία
sentir cansancio o fastidio por falta de interés o diversión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aburro
γ΄ ενικό πρόσωπο
aburre
ενεστώτα μετοχή
aburriendo
απλός αόριστος
me aburrí
παθητική μετοχή
aburrido
Παραδείγματα
Me aburro cuando no tengo nada que hacer.
Βαριέμαι όταν δεν έχω τίποτα να κάνω.



























