Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aburrir
[past form: me aburrí][present form: me aburro]
01
βαριέμαι, πλήττομαι από την αδιαφορία
sentir cansancio o fastidio por falta de interés o diversión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aburro
γ΄ ενικό πρόσωπο
aburre
ενεστώτα μετοχή
aburriendo
απλός αόριστος
me aburrí
παθητική μετοχή
aburrido
Παραδείγματα
Si no hay música, me aburro.
Αν δεν υπάρχει μουσική, βαριέμαι.



























