aburrir
a
a
a
bu
βu
boo
rrir
ˈrir
rir
nutrirreunirdeprimirdivertir

Ορισμός και σημασία του "aburrir"στα ισπανικά

aburrir
01

βαριέμαι, πλήττομαι από την αδιαφορία

sentir cansancio o fastidio por falta de interés o diversión 
aburrir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aburro
γ΄ ενικό πρόσωπο
aburre
ενεστώτα μετοχή
aburriendo
απλός αόριστος
me aburrí
παθητική μετοχή
aburrido
Παραδείγματα
Me aburro cuando no tengo nada que hacer. 

Βαριέμαι όταν δεν έχω τίποτα να κάνω.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store