Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El plazo
01
προθεσμία, δόση
periodo para pagar una deuda o cumplir una obligación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
plazos
Παραδείγματα
Puedes dividir el precio en varios plazos.
02
προθεσμία, τελική ημερομηνία
período de tiempo determinado para cumplir una obligación o realizar una acción
Παραδείγματα
El plazo para inscribirse en el curso termina mañana.
Η προθεσμία για εγγραφή στο μάθημα λήγει αύριο.



























