Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El complemento
01
αξεσουάρ, συμπλήρωμα
objeto que sirve para completar o acompañar algo, especialmente en la ropa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
complementos
Παραδείγματα
Los complementos de moda están en oferta esta semana.
Τα αξεσουάρ μόδας είναι σε προσφορά αυτή την εβδομάδα.



























