Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
complejo
01
πολύπλοκος
que tiene muchos elementos o es difícil de entender o resolver
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más complejo
συγκριτικός βαθμός
más complejo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
complejo
αρσενικό πληθυντικό
complejos
θηλυκό ενικό
compleja
θηλυκό πληθυντικό
complejas
Παραδείγματα
Este problema es muy complejo.
Αυτό το πρόβλημα είναι πολύ πολύπλοκο.
El complejo
01
συγκρότημα, σύμπλεγμα
un conjunto de edificios o instalaciones que forman una unidad funcional o están relacionados
Παραδείγματα
El complejo hospitalario incluye varios edificios especializados.
Το συγκρότημα του νοσοκομείου περιλαμβάνει πολλά εξειδικευμένα κτίρια.
02
συμπλέγμα, ψυχολογικό σύμπλεγμα
idea o sentimiento negativo que una persona tiene sobre sí misma y que afecta su comportamiento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
complejos
Παραδείγματα
Tiene un complejo de inferioridad.
Έχει ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας.



























