complacido
comp
komp
komp
la
la
la
ci
ˈθi
thi
do
ðo
dho
indefinidoconfundidobienvenidoconvencido

Ορισμός και σημασία του "complacido"στα ισπανικά

complacido
01

ικανοποιημένος, ευχαριστημένος

que se siente contento o satisfecho con algo 
complacido definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más complacido
συγκριτικός βαθμός
más complacido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
complacido
αρσενικό πληθυντικό
complacidos
θηλυκό ενικό
complacida
θηλυκό πληθυντικό
complacidas
Παραδείγματα
Estoy complacido con los resultados del proyecto. 

Είμαι ευχαριστημένος με τα αποτελέσματα του έργου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store