Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El embarque
01
επιβίβαση
acto de subir a un avión, barco u otro medio de transporte
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
embarques
Παραδείγματα
El embarque comenzó a las tres de la tarde.
Η επιβίβαση ξεκίνησε στις τρεις το απόγευμα.



























