Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
navegar
[past form: navegué][present form: navego]
01
περιηγούμαι
buscar o explorar información en Internet usando una computadora, teléfono u otro dispositivo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
navego
γ΄ ενικό πρόσωπο
navega
ενεστώτα μετοχή
navegando
απλός αόριστος
navegué
παθητική μετοχή
navegado
Παραδείγματα
Ellos están navegando en internet para hacer la tarea.
Αυτοί πλοηγούνται στο διαδίκτυο για να κάνουν την εργασία τους.
02
πλέω
moverse o desplazarse sobre el agua usando un barco, bote o cualquier embarcación
Παραδείγματα
En el verano, muchas personas navegan en la costa.
Το καλοκαίρι, πολλοί άνθρωποι κάνουν κρουαζιέρα κατά μήκος της ακτής.
03
σχεδιάζω ή ακολουθώ μια διαδρομή ταξιδιού, πλοηγούμαι
planificar o seguir una ruta de viaje
Παραδείγματα
Navegó por el tráfico pesado con paciencia.
Πλοήγησε στην πυκνή κυκλοφορία με υπομονή.



























