Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
navegar
01
περιηγούμαι
buscar o explorar información en Internet usando una computadora, teléfono u otro dispositivo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
navego
γ΄ ενικό πρόσωπο
navega
ενεστώτα μετοχή
navegando
απλός αόριστος
navegué
παθητική μετοχή
navegado
Παραδείγματα
Me gusta navegar por las redes sociales.
Μου αρέσει να περιηγούμαι στα κοινωνικά δίκτυα.
02
πλέω
moverse o desplazarse sobre el agua usando un barco, bote o cualquier embarcación
Παραδείγματα
Nos gusta navegar en el lago durante el verano.
Μας αρέσει να πλέουμε στη λίμνη το καλοκαίρι.
03
σχεδιάζω ή ακολουθώ μια διαδρομή ταξιδιού, πλοηγούμαι
planificar o seguir una ruta de viaje
Παραδείγματα
Usa el móvil para navegar por calles desconocidas.
Χρησιμοποιεί το κινητό για πλοήγηση σε άγνωστους δρόμους.



























