Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La nave
[gender: feminine]
01
πλοίο, διαστημόπλοιο
un vehículo grande diseñado para la navegación marítima o espacial
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
naves
Παραδείγματα
La tripulación abandonó la nave que se hundía
Το πλήρωμα εγκατέλειψε το βυθιζόμενο πλοίο.
02
κλίτος
el espacio central longitudinal de una iglesia o basílica, desde la entrada hasta el altar
Παραδείγματα
La luz entra en la nave a través de las vidrieras.
Το φως εισέρχεται στη ναό μέσα από τα βιτρώ.
Λεξικό Δέντρο
naval
nave



























