Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La nave
01
πλοίο, διαστημόπλοιο
un vehículo grande diseñado para la navegación marítima o espacial
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
naves
Παραδείγματα
La nave mercante transportaba contenedores a Asia.
Το εμπορικό πλοίο μετέφερε εμπορευματοκιβώτια στην Ασία.
02
κλίτος
el espacio central longitudinal de una iglesia o basílica, desde la entrada hasta el altar
Παραδείγματα
La nave central de la catedral es impresionantemente alta.
Το κεντρικό κλίτος του καθεδρικού ναού είναι εντυπωσιακά ψηλό.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
naval
nave



























