Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La necesidad
[gender: feminine]
01
ανάγκη
carencia o falta de algo indispensable
Παραδείγματα
Hay necesidad de mejorar los servicios de salud.
Ανάγκη βελτίωσης των υπηρεσιών υγείας.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ανάγκη