Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nefasto
01
ολέθριος, μοιραίος
que causa un daño grave o consecuencias muy negativas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más nefasto
συγκριτικός βαθμός
más nefasto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
nefasto
αρσενικό πληθυντικό
nefastos
θηλυκό ενικό
nefasta
θηλυκό πληθυντικό
nefastas
Παραδείγματα
El impacto ambiental fue nefasto.
Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις ήταν ολέθριες.



























