Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
negar
01
αρνούμαι
decir que algo no es cierto o no aceptarlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
niego
γ΄ ενικό πρόσωπο
niega
ενεστώτα μετοχή
negando
απλός αόριστος
negó
παθητική μετοχή
negado
Παραδείγματα
El director negó los rumores sobre su renuncia.
Ο διευθυντής αρνήθηκε τις φήμες για την παραίτησή του.



























