Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
necesario
01
απαραίτητος
que se requiere o es indispensable para un fin o propósito
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más necesario
συγκριτικός βαθμός
más necesario
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
necesario
αρσενικό πληθυντικό
necesarios
θηλυκό ενικό
necesaria
θηλυκό πληθυντικό
necesarias
Παραδείγματα
Es necesario estudiar para aprobar el examen.
Είναι απαραίτητο να μελετήσετε για να περάσετε την εξέταση.
02
αναπόφευκτος, υποχρεωτικός
que no puede evitarse o que es obligatorio que ocurra
Παραδείγματα
La muerte es un hecho necesario de la vida.
Ο θάνατος είναι ένα αναγκαίο γεγονός της ζωής.



























