el vuelo
vue
ˈbwe
bve
lo
lo
lo
vuelco

Ορισμός και σημασία του "vuelo"στα ισπανικά

01

πτήση, αεροπορικό ταξίδι

acción de volar o trayecto de un avión en el aire 
el vuelo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
vuelos
Παραδείγματα
El vuelo sale a las tres de la tarde. 

Η πτήση αναχωρεί στις τρεις το απόγευμα.

02

πτήση

acción de volar o desplazarse por el aire 
el vuelo definition and meaning
Παραδείγματα
El vuelo del águila es majestuoso 

Η πτήση του αετού είναι μεγαλοπρεπής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store