Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El vuelco
01
ριζική αλλαγή, ανατροπή
cambio brusco o radical de situación, condición o perspectiva
Παραδείγματα
La investigación científica provocó un vuelco en el conocimiento existente.
Η επιστημονική έρευνα προκάλεσε ένα vuelco στην υπάρχουσα γνώση.



























