Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El vuelco
01
ριζική αλλαγή, ανατροπή
cambio brusco o radical de situación, condición o perspectiva
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
vuelcos
Παραδείγματα
La innovación tecnológica provocó un vuelco en la industria.
Η τεχνολογική καινοτομία προκάλεσε μια στροφή στη βιομηχανία.



























