el vuelco
Pronunciation
/bwˈelko/

Ορισμός και σημασία του "vuelco"στα ισπανικά

01

ριζική αλλαγή, ανατροπή

cambio brusco o radical de situación, condición o perspectiva
el vuelco definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
vuelcos
Παραδείγματα
La investigación científica provocó un vuelco en el conocimiento existente.
Η επιστημονική έρευνα προκάλεσε ένα vuelco στην υπάρχουσα γνώση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store