el vuelco
vuel
ˈbwel
bvel
co
ko
ko
vuelo

Ορισμός και σημασία του "vuelco"στα ισπανικά

01

ριζική αλλαγή, ανατροπή

cambio brusco o radical de situación, condición o perspectiva 
el vuelco definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
vuelcos
Παραδείγματα
La innovación tecnológica provocó un vuelco en la industria. 

Η τεχνολογική καινοτομία προκάλεσε μια στροφή στη βιομηχανία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store