Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La voz
[gender: feminine]
01
φωνή, ήχος
sonido que produce una persona al hablar o cantar
Παραδείγματα
El profesor tiene una voz amable y calmada.
Ο δάσκαλος έχει μια ευγενική και ήρεμη φωνή.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
φωνή, ήχος