la voz
voz
boθ
both
arrozalbornoz

Ορισμός και σημασία του "voz"στα ισπανικά

01

φωνή, ήχος

sonido que produce una persona al hablar o cantar 
la voz definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
voces
Παραδείγματα
Ella tiene una voz muy bonita. 

Έχει μια πολύ όμορφη φωνή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store