la voz
Pronunciation
/bˈɔθ/

Ορισμός και σημασία του "voz"στα ισπανικά

01

φωνή, ήχος

sonido que produce una persona al hablar o cantar
la voz definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
voces
Παραδείγματα
El profesor tiene una voz amable y calmada.
Ο δάσκαλος έχει μια ευγενική και ήρεμη φωνή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store