Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
afeitar
01
ξυρίζομαι
quitar el vello del rostro usando una herramienta para afeitar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
afeito
γ΄ ενικό πρόσωπο
afeita
ενεστώτα μετοχή
afeitando
απλός αόριστος
me afeité
παθητική μετοχή
afeitado
Παραδείγματα
Se afeita frente al espejo del baño.
Αυτός ξυρίζεται μπροστά στον καθρέφτη του μπάνιου.



























