Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La guerra
[gender: feminine]
01
πόλεμος
conflicto armado entre países o grupos
Παραδείγματα
La guerra es una tragedia para la humanidad.
Ο πόλεμος είναι μια τραγωδία για την ανθρωπότητα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
πόλεμος