Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
guatemalteco
01
Γουατεμαλικός, σχετικός με τη Γουατεμάλα
relacionado con Guatemala o su gente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
guatemalteco
αρσενικό πληθυντικό
guatemaltecos
θηλυκό ενικό
guatemalteca
θηλυκό πληθυντικό
guatemaltecas
Παραδείγματα
Un amigo guatemalteco me enseñó a hacer tamales.
Ένας φίλος από τη Γουατεμάλα μου έμαθε να φτιάχνω ταμάλες.



























