guatemalteco
Pronunciation
/ɡwˌatemaltˈeko/

Ορισμός και σημασία του "guatemalteco"στα ισπανικά

guatemalteco
01

Γουατεμαλικός, σχετικός με τη Γουατεμάλα

relacionado con Guatemala o su gente
guatemalteco definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
guatemalteco
αρσενικό πληθυντικό
guatemaltecos
θηλυκό ενικό
guatemalteca
θηλυκό πληθυντικό
guatemaltecas
Παραδείγματα
Un amigo guatemalteco me enseñó a hacer tamales.
Ένας φίλος από τη Γουατεμάλα μου έμαθε να φτιάχνω ταμάλες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store