Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
guiar
01
καθοδηγώ, οδηγώ
llevar o conducir a alguien mostrando el camino
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
guío
γ΄ ενικό πρόσωπο
guía
ενεστώτα μετοχή
guiando
απλός αόριστος
guió
παθητική μετοχή
guiado
Παραδείγματα
La luz de la linterna nos guió en la oscuridad.
Το φως του φακού μας οδήγησε στο σκοτάδι.
02
καθοδηγώ, συμβουλεύω
aconsejar, instruir o servir de modelo a alguien
Παραδείγματα
Fue un honor para él guiar a la próxima generación de líderes.
Ήταν τιμή για αυτόν να καθοδηγήσει την επόμενη γενιά ηγετών.



























