Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
guiar
01
καθοδηγώ, οδηγώ
llevar o conducir a alguien mostrando el camino
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
guío
γ΄ ενικό πρόσωπο
guía
ενεστώτα μετοχή
guiando
απλός αόριστος
guió
παθητική μετοχή
guiado
Παραδείγματα
El guía nos guió por las ruinas antiguas.
Οδηγώ μας οδήγησε μέσα από τα αρχαία ερείπια.
02
καθοδηγώ, συμβουλεύω
aconsejar, instruir o servir de modelo a alguien
Παραδείγματα
El profesor senior guía a los nuevos investigadores en el laboratorio.
Ο ανώτερος καθηγητής καθοδηγεί τους νέους ερευνητές στο εργαστήριο.



























