la guerra
gue
ˈge
ge
rra
ra
ra
sierraTierratierramotosierra

Ορισμός και σημασία του "guerra"στα ισπανικά

01

πόλεμος

conflicto armado entre países o grupos 
la guerra definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
guerras
Παραδείγματα
La guerra causó mucha destrucción. 

Ο πόλεμος προκάλεσε πολλές καταστροφές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store