Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
producir
01
παράγω, κατασκευάζω
crear o fabricar algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
produzco
γ΄ ενικό πρόσωπο
produce
ενεστώτα μετοχή
produciendo
απλός αόριστος
produje
παθητική μετοχή
producido
Παραδείγματα
La fábrica produce coches eléctricos.
Το εργοστάσιο παράγει ηλεκτρικά αυτοκίνητα.
02
παράγω, δημιουργώ
obtener o generar productos agrícolas o naturales
Παραδείγματα
La tierra produce maíz y trigo.
Η γη παράγει καλαμπόκι και σιτάρι.
03
προκαλώ, προξενώ
originar o provocar una reacción, efecto o resultado
Παραδείγματα
El accidente produjo un gran atasco.
Το ατύχημα προκάλεσε μια μεγάλη κίνηση.
3.1
συμβαίνει, λαμβάνει χώρα
suceder o tener lugar
Παραδείγματα
Se produjo un accidente en la carretera.
Συνέβη ένα ατύχημα στο δρόμο.
04
παράγω, υλοποιώ
encargarse de la gestión, financiación y organización general de una película o proyecto audiovisual
Παραδείγματα
Ella quiere producir su propio documental independiente.
Θέλει να παράγει το δικό της ανεξάρτητο ντοκιμαντέρ.
05
προσφέρει, παράγει
generar beneficios o ganancias económicas
Παραδείγματα
La inversión produjo grandes beneficios.
Η επένδυση παρήγαγε μεγάλα οφέλη.



























