Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dibujar
01
σχεδιάζω
hacer un dibujo usando lápiz, bolígrafo, o pintura
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
dibujo
γ΄ ενικό πρόσωπο
dibuja
ενεστώτα μετοχή
dibujando
απλός αόριστος
dibujé
παθητική μετοχή
dibujado
Παραδείγματα
Me gusta dibujar paisajes en mi cuaderno.
Μου αρέσει να ζωγραφίζω τοπία στο τετράδιό μου.
02
διαγράφεται
aparecer o hacerse visible poco a poco
Παραδείγματα
En el horizonte se dibujaron las montañas.
Σχεδιάζω τα βουνά στον ορίζοντα.



























