Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El fin
01
τέλος, συμπέρασμα
punto final de algo, conclusión de un proceso o evento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fines
Παραδείγματα
Llegamos al fin del camino.
Φτάσαμε στο τέλος του δρόμου.
02
σκοπός, πρόθεση
propósito o intención con la que se hace algo
Παραδείγματα
El fin de este proyecto es mejorar la educación.
Ο σκοπός αυτού του έργου είναι η βελτίωση της εκπαίδευσης.



























