Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
saber
01
ξέρω, γνωρίζω
tener conocimiento o información sobre algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
sé
γ΄ ενικό πρόσωπο
sabe
ενεστώτα μετοχή
sabiendo
απλός αόριστος
supe
παθητική μετοχή
sabido
Παραδείγματα
Sé la respuesta correcta.
Γνωρίζω τη σωστή απάντηση.
02
ξέρω, είμαι σε θέση να
tener la capacidad o habilidad para hacer algo por conocimiento o práctica
Παραδείγματα
Sé hablar tres idiomas.
Μπορώ να μιλήσω τρεις γλώσσες.
03
έχει μια συγκεκριμένη γεύση, έχει μια συγκεκριμένη γεύση
tener un cierto sabor o gusto en la boca
Παραδείγματα
La sopa sabe muy bien.
Η σούπα ξέρει πολύ καλά.
04
μαθαίνω, γνωρίζω
enterarse o llegar a conocer una información o hecho
Παραδείγματα
Ayer supe la verdad.
Χθες, έμαθα την αλήθεια.
El saber
01
γνώση
conjunto de conocimientos o información que una persona tiene
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El saber es muy importante en la vida.
Η γνώση είναι πολύ σημαντική στη ζωή.



























