saber
sa
sa
sa
ber
ˈβeɾ
ber
sabor

Ορισμός και σημασία του "saber"στα ισπανικά

01

ξέρω, γνωρίζω

tener conocimiento o información sobre algo 
saber definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
γ΄ ενικό πρόσωπο
sabe
ενεστώτα μετοχή
sabiendo
απλός αόριστος
supe
παθητική μετοχή
sabido
Παραδείγματα
la respuesta correcta. 

Γνωρίζω τη σωστή απάντηση.

02

ξέρω, είμαι σε θέση να

tener la capacidad o habilidad para hacer algo por conocimiento o práctica 
saber definition and meaning
Παραδείγματα
hablar tres idiomas. 

Μπορώ να μιλήσω τρεις γλώσσες.

03

έχει μια συγκεκριμένη γεύση, έχει μια συγκεκριμένη γεύση

tener un cierto sabor o gusto en la boca 
saber definition and meaning
Παραδείγματα
La sopa sabe muy bien. 

Η σούπα ξέρει πολύ καλά.

04

μαθαίνω, γνωρίζω

enterarse o llegar a conocer una información o hecho 
Παραδείγματα
Ayer supe la verdad. 

Χθες, έμαθα την αλήθεια.

01

γνώση

conjunto de conocimientos o información que una persona tiene 
el saber definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El saber es muy importante en la vida. 

Η γνώση είναι πολύ σημαντική στη ζωή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store