Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
saber
[past form: supe][present form: sé]
01
ξέρω, γνωρίζω
tener conocimiento o información sobre algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
sé
γ΄ ενικό πρόσωπο
sabe
ενεστώτα μετοχή
sabiendo
απλός αόριστος
supe
παθητική μετοχή
sabido
Παραδείγματα
Él no sabe nadar bien.
Δεν ξέρει να κολυμπάει καλά.
02
ξέρω, είμαι σε θέση να
tener la capacidad o habilidad para hacer algo por conocimiento o práctica
Παραδείγματα
Mi abuela sabía coser perfectamente.
Η γιαγιά μου ήξερε να ράβει τέλεια.
03
έχει μια συγκεκριμένη γεύση, έχει μια συγκεκριμένη γεύση
tener un cierto sabor o gusto en la boca
Παραδείγματα
El café sabe amargo sin azúcar.
Ο καφές savoir πικρός χωρίς ζάχαρη.
04
μαθαίνω, γνωρίζω
enterarse o llegar a conocer una información o hecho
Παραδείγματα
Tarde o temprano sabrán la verdad.
Αργά ή γρήγορα, θα μάθουν την αλήθεια.
El saber
[gender: masculine]
01
γνώση
conjunto de conocimientos o información que una persona tiene
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El saber es poder.
Η γνώση είναι δύναμη.



























