Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El sabor
[gender: masculine]
01
γεύση, άρωμα
sensación que se percibe al probar alimentos o bebidas
Παραδείγματα
La salsa le da un buen sabor a la carne.
Η σάλτσα δίνει στη σάρκα μια καλή γεύση.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
γεύση, άρωμα