Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tocar
01
αγγίζω, ακουμπώ
poner la mano o el cuerpo sobre algo para sentirlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
toco
γ΄ ενικό πρόσωπο
toca
ενεστώτα μετοχή
tocando
απλός αόριστος
toqué
παθητική μετοχή
tocado
Παραδείγματα
No debes tocar los objetos frágiles.
Δεν πρέπει να αγγίζεις τα εύθραυστα αντικείμενα.
02
παίζω
hacer música con un instrumento musical
Παραδείγματα
Ella sabe tocar el piano muy bien.
Ξέρει να παίζει πιάνο πολύ καλά.
03
παίζω, εκτελώ
interpretar o ejecutar música, canciones o melodías
Παραδείγματα
Tocamos música clásica en la fiesta.
Παίζουμε κλασική μουσική στο πάρτι.
04
έρχεται η σειρά
ser el turno de alguien para hacer algo
Παραδείγματα
Ahora me toca a mí hablar.
Αγγίζω τώρα σημαίνει ότι είναι η σειρά μου να μιλήσω.
05
αγγίζω, χειρίζομαι
manipular o manejar comida con las manos
Παραδείγματα
No toques ese queso, está reservado para la cena.
Μην αγγίζεις αυτό το τυρί, είναι κρατημένο για το δείπνο.



























