oír
oír
oiɾ
oir
irunirreírmorir

Ορισμός και σημασία του "oír"στα ισπανικά

01

ακούω

percibir sonidos con los oídos 
oír definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
oigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
oye
ενεστώτα μετοχή
oyendo
απλός αόριστος
παθητική μετοχή
oído
Παραδείγματα
Puedo oír el canto de los pájaros. 

Μπορώ να ακούσω το κελάηδημα των πουλιών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store