oír
Pronunciation
/oˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "oír"στα ισπανικά

oír
[past form: ][present form: oigo]
01

ακούω

percibir sonidos con los oídos
oír definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
oigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
oye
ενεστώτα μετοχή
oyendo
απλός αόριστος
παθητική μετοχή
oído
Παραδείγματα
El perro oye los sonidos que los humanos no pueden.
Ο σκύλος ακούει τους ήχους που οι άνθρωποι δεν μπορούν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store