Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
oír
[past form: oí][present form: oigo]
01
ακούω
percibir sonidos con los oídos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
oigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
oye
ενεστώτα μετοχή
oyendo
απλός αόριστος
oí
παθητική μετοχή
oído
Παραδείγματα
El perro oye los sonidos que los humanos no pueden.
Ο σκύλος ακούει τους ήχους που οι άνθρωποι δεν μπορούν.



























