Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El oxígeno
01
οξυγόνο
gas esencial para la respiración de los seres vivos y la combustión
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Los árboles producen oxígeno mediante la fotosíntesis.
Τα δέντρα παράγουν οξυγόνο μέσω της φωτοσύνθεσης.



























