Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
repartir
01
διανέμω, μοιράζω
dar o dividir algo entre varias personas o lugares
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
reparto
γ΄ ενικό πρόσωπο
reparte
ενεστώτα μετοχή
repartiendo
απλός αόριστος
repartí
παθητική μετοχή
repartido
Παραδείγματα
El maestro repartió los libros a los estudiantes.
Ο δάσκαλος μοίρασε τα βιβλία στους μαθητές.
02
διανέμονται
dividirse o distribuirse algo entre varias personas o lugares
Παραδείγματα
Los premios se repartieron entre todos los participantes.
Τα βραβεία μοιράστηκαν μεταξύ όλων των συμμετεχόντων.
03
μοιράζω
dar cartas a los jugadores en un juego de mesa o cartas
Παραδείγματα
¿Puedes repartir las cartas, por favor?
Μπορείς να μοιράσεις τις κάρτες, παρακαλώ ;



























