Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El consumo
01
κατανάλωση, χρήση
acción de usar o gastar productos o recursos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El consumo de agua ha aumentado en la ciudad.
Η κατανάλωση νερού έχει αυξηθεί στην πόλη.



























