Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contactar
01
επικοινωνώ, έρχομαι σε επαφή
establecer comunicación con una persona o entidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
contacto
γ΄ ενικό πρόσωπο
contacta
ενεστώτα μετοχή
contactando
απλός αόριστος
contactó
παθητική μετοχή
contactado
Παραδείγματα
Si tienes algún problema, contacta con el servicio de atención al cliente.
Αν έχετε κάποιο πρόβλημα, επικοινωνήστε με την εξυπηρέτηση πελατών.



























