Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contactar
01
επικοινωνώ, έρχομαι σε επαφή
establecer comunicación con una persona o entidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
contacto
γ΄ ενικό πρόσωπο
contacta
ενεστώτα μετοχή
contactando
απλός αόριστος
contactó
παθητική μετοχή
contactado
Παραδείγματα
El detective logró contactar con un testigo clave del caso.
Ο ντετέκτιβ κατάφερε να επικοινωνήσει με έναν βασικό μάρτυρα της υπόθεσης.



























