contactar
Pronunciation
/kˌɔntaktˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "contactar"στα ισπανικά

contactar
01

επικοινωνώ, έρχομαι σε επαφή

establecer comunicación con una persona o entidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
contacto
γ΄ ενικό πρόσωπο
contacta
ενεστώτα μετοχή
contactando
απλός αόριστος
contactó
παθητική μετοχή
contactado
Παραδείγματα
El detective logró contactar con un testigo clave del caso.
Ο ντετέκτιβ κατάφερε να επικοινωνήσει με έναν βασικό μάρτυρα της υπόθεσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store