el contable
Pronunciation
/kɔntˈaβle/

Ορισμός και σημασία του "contable"στα ισπανικά

01

λογιστής, βοηθός λογιστή

persona que se dedica a llevar la contabilidad de una empresa o entidad
el contable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
contables
Παραδείγματα
El contable detectó un error en las cuentas.
Ο λογιστής εντόπισε ένα λάθος στους λογαριασμούς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store