Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El contable
01
λογιστής, βοηθός λογιστή
persona que se dedica a llevar la contabilidad de una empresa o entidad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
contables
Παραδείγματα
El contable detectó un error en las cuentas.
Ο λογιστής εντόπισε ένα λάθος στους λογαριασμούς.



























