Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consumista
01
καταναλωτικός, υλιστικός
que tiene una actitud enfocada en el consumo de bienes y servicios
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más consumista
συγκριτικός βαθμός
más consumista
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
consumista
αρσενικό πληθυντικό
consumistas
θηλυκό ενικό
consumista
θηλυκό πληθυντικό
consumistas
θεματικό πεδίο
economía, sociedad, comportamiento
Παραδείγματα
La sociedad actual es muy consumista.
Η σύγχρονη κοινωνία είναι πολύ καταναλωτική.
LanGeek



























