Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consumar
01
ολοκληρώνω, εκτελώ
completar o llevar a cabo algo, especialmente un matrimonio mediante relaciones sexuales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
consumo
γ΄ ενικό πρόσωπο
consuma
ενεστώτα μετοχή
consumando
απλός αόριστος
consumó
παθητική μετοχή
consumado
Παραδείγματα
La pareja planeó consumar su matrimonio después de la boda.
Το ζευγάρι σχεδίασε να ολοκληρώσει τον γάμο του μετά το γάμο.



























