Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aislar
01
απομονώνω τον εαυτό μου, βάζω τον εαυτό μου σε καραντίνα
separarse de los demás o ponerse en cuarentena
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
aislo
γ΄ ενικό πρόσωπο
aisla
ενεστώτα μετοχή
aislando
απλός αόριστος
me aislé
παθητική μετοχή
aislado
Παραδείγματα
Durante la enfermedad, decidió aislarse en su habitación.
Κατά τη διάρκεια της ασθένειας, αποφάσισε να απομονωθεί στο δωμάτιό του.



























